Κρατάτε γερά !


Σε όσους απέμειναν όρθιοι: Καρτερία και Ευψυχία !

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Μέγας Αλέξανδρος και Χριστιανισμός εξάπλωσαν την Ελληνική Γλώσσα παντού


Οι 18 βασικές ιδιότητες τής Ελληνικής

Οι ιδιότητες αυτές, πολύ περιληπτικά, είναι οι εξής:

1. Ἡ μόνη γλῶσσα στὸν κόσμο ποὺ ὁμιλεῖται συνεχῶς ἐπὶ 4000 ἔτη. Ὅλες οἱ ὁμηρικὲς λέξεις ἔχουν διασωθεῖ στὴν παραγωγὴ τῶν λέξεων καὶ κυρίως στὰ σύνθετα. Π.χ. μπορεῖ σήμερα νὰ λέμε νερό (ἐκ τοῦ νηρόν, ἐξ οὗ καὶ Νηρηίδες, Νηρεὺς κ.λπ.), ἀλλὰ τὰ σύνθετα καὶ τὰ παράγωγα θὰ εἶναι μὲ τὸ ὕδωρ (ὑδραυλικός, ὑδραγωγεῖο, ὕδρευση, ἐνυδρεῖο, ἀφυδάτωση, κ.λπ.) Ἢ τὸ ρῆμα δέρκομαι βλέπω, ποὺ ἔχει διασωθεῖ στὸ ὀξυδερκής.

2. Ἔξυπνοι τόνοι καὶ ἔξυπνα γράμματα. Οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα ἀλλὰ καὶ τὰ φωνήεντα εἶναι πολὺ σημαντικοὶ παράγοντες στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, γιατί, ἂν ἀλλάξει ἕνα πνεῦμα ἢ ἕνας τόνος ἢ ἕνα φωνῆεν, αὐτομάτως ἔχουμε διαφορετικὴ σημασία. Π.χ. τὸ ρῆμα εἴργω (μὲ ψιλὴ) σημαίνει ἐμποδίζω τὴν εἴσοδο, ἐνῷ μὲ δασεῖα (εἱργνύω) σημαίνει ἐμποδίζω τὴν ἔξοδο (κάθειρξις). Σῦρος (μὲ περισπωμένη) εἶναι τὸ νησί, ἐνῷ Σύρος (μὲ ὀξεῖα), εἶναι ὁ κάτοικος τῆς Συρίας. Ἡ λέξη φορὰ (μὲ ὄμικρον) σημαίνει τὴν κατεύθυνση ἑνὸς πράγματος, ἡ λέξη φωρά (μὲ ὠμέγα καὶ ὀξεῖα) σημαίνει τὴν κλοπή, ἐνῷ φωρᾷ (μὲ ὠμέγα, περισπωμένη καὶ ὑπογεγραμμένη) σημαίνει ζητεῖ.

3. Ὁ τονισμὸς δημιουργεῖ θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ ἔννοια. Παράδειγμα, ἡ λέξη ἔργον συντιθέμενη μὲ ἕνα συνθετικὸ ἀποδίδει ἰδιότητα δημιουργώντας τὴν κατάληξη -ουργός. Καὶ ἐδῶ ἔρχεται τὸ μεγαλεῖο τῆς Ἑλληνικῆς ἡ ὁποία προστάζει: Ἐὰν τὸ ἔργο εἶναι γιὰ τὸ καλὸ τῶν ἀνθρώπων, τότε τονίζεται ἡ λήγουσα, ὅπως μελισσουργός, δημιουργός, σιδηρουργός. Ὅταν ὅμως εἶναι πρὸς...βλάβην τῶν ἀνθρώπων, ὁ τονισμὸς ἀνεβαίνει στὴν παραλήγουσα π.χ. κακοῦργος, πανοῦργος, ραδιοῦργος.

4. Ἡ σοφία. Ἡ γλῶσσα μας ἔχει λέξεις ποὺ περικλείουν, πραγματικά, ὁλόκληρη φιλοσοφία. Π.χ. ἡ λέξη βίος ἀναφέρεται στοὺς ἀνθρώπους ἐνῷ ἡ λέξη ζωὴ στὰ ζῶα, ἡ λέξη φθόνος ἐκ τοῦ φθίνω ποὺ σημαίνει, σβήνω, χάνομαι, ὁπότε ἐπισημαίνεται ἡ ἠθικὴ διδασκαλία τῆς λέξεως αὐτῆς ποὺ μᾶς προστάζει νὰ μὴν φθονοῦμε τοὺς ἄλλους, διότι ὅποιος φθονεῖ τότε φθίνει συνεχῶς, σβήνει καὶ στὸ τέλος χάνεται.

5. Ὁ λακωνισμός, δηλαδὴ ὁ σύντομος, περιεκτικὸς καὶ φιλοσοφημένος λόγος. Ὅταν σὲ μιὰ φράση δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ προσθέσουμε οὔτε νὰ ἀφαιρέσουμε κάτι, τότε ἔχουμε τὴν ὑψίστη τελειότητα, τὴν ὑψίστη σοφία. Π.χ. τὸ «μηδὲν ἄγαν», στὸ ὁποῖο, ἂν ἀφαιρέσουμε τὴ μία ἀπὸ τὶς δύο λέξεις, ἡ ἄλλη μόνη της δὲν σημαίνει κάτι, ἐνῷ, ἂν προστεθεῖ ἕνα ρῆμα, ἡ φράση θὰ χάσει τὴ γενικότητά της.

6. Ἡ κυριολεξία. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα διαθέτει μιὰ λέξη γιὰ τὸ κάθε τι. Ἀκόμη κι ἂν φαίνεται ὅτι κάποιες λέξεις σημαίνουν τὸ ἴδιο πρᾶγμα, στὴν πραγματικότητα ὑπάρχουν λεπτὲς νοηματικὲς διαφορές. Γι’ αὐτό, οὐσιαστικῶς, στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν ὑπάρχουν συνώνυμα. Π.χ. στὴν ἀρχικὴ μορφὴ τῆς γλώσσας μας ὑπῆρχαν τρία ρήματα γιὰ τὸ ἀνακατεύω. Τὸ κεράννυμι (ἀνακατεύω δύο ὑγρὰ καὶ δημιουργῶ μιὰ νέα χημικὴ ἕνωση, π.χ. οἶνος + ὕδωρ κρασί), τὸ μείγνυμι (ρίχνω στὸν ἴδιο τόπο δύο ὑγρὰ σὲ ἀγγεῖο, ἢ δύο στερεὰ στὸ σάκκο), ποὺ ἁπλῶς σημαίνει ἕνωση, καὶ τὸ φύρω (ἀνακατεύω κάτι ξηρὸ μὲ οὐσία ὑγρὴ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ λερωθεῖ τὸ στερεὸ ἀπὸ τὸ ὑγρό, ὅπως φύραμα, αἱμόφυρτος).

7. Ἡ δημιουργία συνθέτων καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν λέξεων, ἔντεχνου λόγου δημιουργία. Ἂν καὶ ὑπάρχουν δεκάδες χιλιάδες λέξεις ἱκανὲς νὰ πιστοποιήσουν τὴν ἰδιότητα αὐτή, μιὰ καὶ μόνο πηγὴ ἀρκεῖ γιὰ νὰ διαπιστώσουμε τὴν ἀλήθεια: Στὴν Ἰλιάδα, (Σ,54) ἡ Θέτις θρηνεῖ γιὰ ὅ,τι θὰ πάθει ὁ γιός της σκοτώνοντας τὸν Ἕκτορα «διὸ καὶ δυσαριστοτόκειαν ἑαυτὴν ὀνομάζει». Ἡ λέξη αὐτὴ ἀπὸ μόνη της εἶναι ἕνα μοιρολόι. Ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ δυσ + ἄριστος + τίκτω καὶ ἡ φράση σημαίνει «ἀλοίμονο σὲ μένα ποὺ γιὰ κακὸ γέννησα τὸν ἄριστο». Ἀκόμη, ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει δημιουργήσει καὶ χρησιμοποιεῖ στὸν λόγο τὶς προθέσεις οἱ ὁποῖες, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς πολλαπλασιαστικῆς τους ἰδιότητας, ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ δημιουργοῦνται ἑκατομμύρια λεξιτύπων. Οἱ προθέσεις ἐκφράζουν λεπτότατες ἐννοιολογικὲς ἀποχρώσεις, ὁπότε συντιθέμενες μὲ μία λέξη μᾶς δίνουν μεγάλη ἀκριβολογία.

8. Εἶναι ἡ μητέρα γλῶσσα ποὺ τροφοδότησε τὶς γλῶσσες τοῦ κόσμου. Οἱ ξένες γλῶσσες διαθέτουν καὶ χρησιμοποιοῦν ἕνα πολὺ μεγάλο ποσοστὸ ἑλληνικῶν λέξεων πού, ἂν τὸ ἀφαιρέσουμε, οἱ γλῶσσες αὐτὲς δὲν θὰ μπορέσουν νὰ λειτουργήσουν. Δὲν ὑπάρχει λέξη ἡ ὁποία εἶναι δηλωτικὴ ἔννοιας σκέψεως ἐκφράσεως ἢ ἐπιστήμης ποὺ νὰ μὴν εἶναι ἑλληνική.

9. Ἡ μαθηματικὴ δομή. Περιλαμβάνει τὴν ἀκρίβεια τῆς Γεωμετρίας καὶ τὴν ἀπόλυτη σαφήνεια ποὺ ἀπορρέει ἀπ’ αὐτήν.

10. Ἡ ἑλληνικὴ παγκοσμιότης. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι πλέον γνωστὸ πὼς ἔχει φθάσει στὰ πέρατα τοῦ κόσμου (Χιλή, Βοσκούς, Ἰνδικὸ ὠκεανό, Εἰρηνικὸ ὠκεανό). Σήμερα εἶναι πιὰ γενικὰ παραδεκτὸ ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ἔχοντας ὡς μόνιμη κοιτίδα τὴν περιοχὴ τοῦ μεσογειακοῦ χώρου, στὴ συνέχεια εἰσέδυσαν σὲ διαφορετικὰ χρονικὰ διαστήματα πρὸς ὅλες τὶς γνωστὲς κατευθύνσεις τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου προσφέροντας ὁτιδήποτε τὸ ἑλληνικό (ἐπιστήμη, γλῶσσα, πολιτισμό) στὶς πρωτόγονες φυλὲς τῶν περιοχῶν αὐτῶν. Ἰδὲ καὶ τὴ μελέτη τοῦ καθηγητοῦ τοῦ πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης Nors S. Jozephson μὲ τίτλο Greek Linguistic Elements in the Polynesian Languages Hellenicum Pacificum (Ἑλληνικὰ Γλωσσικὰ στοιχεῖα στὶς Πολυνησιακὲς Γλῶσσες Ἑλληνικὸς Εἰρηνικός).

11. Ἡ μόνη γλῶσσα ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποδώσει κάτι μὲ ἀκριβολογία. Οἱ ξένοι, ὅταν θέλουν νὰ ἀποδώσουν μιὰ εἰδικὴ λέξη σὲ ἐπιστημονικὸ πεδίο, χρησιμοποιοῦν πάντοτε, καὶ μόνο, τὴν ἑλληνική. Π.χ. Ἡ μεγάλη ἑταιρεία ἀθλητικῶν εἰδῶν Nike (Νάϊκι) σημαίνει Νίκη, διότι νίκη στὴν ἑλληνικὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ προέρχεται μέσα ἀπὸ τὴν ψυχικὴ δύναμη.

12. Εἶναι ἀπαραίτητη σὲ ὅλους τοὺς λαούς. Ὁ Μάικλ Βέντρις ποὺ ἀποκρυπτογράφησε τὴ Γραμμικὴ γραφὴ Β΄ εἶχε τονίσει τό: «Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα ἦτο καὶ εἶναι ἡ ἀνωτέρα ὅλων τῶν παλαιοτέρων καὶ νεωτέρων γλωσσῶν». Ὁ πρόεδρος τῆς ἑταιρείας Η/Υ Apple Τζὼν Σκάλι εἶπε ὅτι: «Ἀποφασίσαμε νὰ προωθήσουμε τὸ πρόγραμμα ἐκμάθησης τῆς ἑλληνικῆς, ἐπειδὴ ἡ κοινωνία μας χρειάζεται ἕνα ἐργαλεῖο ποὺ θὰ τῆς ἐπιτρέψει νὰ ἀναπτύξει τὴ δημιουργικότητά της, νὰ εἰσαγάγει νέες ἰδέες καὶ νὰ τῆς προσφέρει γνώσεις περισσότερες ἀπὸ ὅσες ὁ ἄνθρωπος μποροῦσε ὥς τώρα νὰ ἀνακαλύψει». Οἱ μεγάλες ἑταιρεῖες στὴν Ἀγγλία καὶ στὴν Ἀμερικὴ (Microsoft) προτρέπουν τὰ στελέχη τους νὰ μαθαίνουν ἀρχαῖα ἑλληνικά, ἐπειδὴ διεπίστωσαν ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐνισχύει τὴ λογικὴ καὶ τονώνει τὶς ἡγετικὲς ἱκανότητες.

13. Ἡ διαχρονικότης. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα παρουσιάζει μιὰ μοναδικὴ διαχρονικότητα. Λέξεις καὶ φράσεις ποὺ λέμε σήμερα εἶναι ἴδιες καὶ ἀπαράλλαχτες ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐποχή. Ἐλάχιστα παραδείγματα: Μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεῖ (Στοβαῖος)· Ἕνας κοῦκος δὲν φέρνει τὴν ἄνοιξη. Ἡ δὲ χεὶρ τὴν χεῖρα νίζει (Ἐπίχαρμος)· Τὸ ‘να χέρι νίβει τ’ ἄλλο. Τὸν πάθει μαθός (Ἀγαμέμνων)· Ὁ παθὸς μαθός. Μή μοι σύγχοι (Ὅμηρος)· Μὴ με συγχίζεις. Λύεται γούνατα (Ὅμηρος)· Μοῦ λύθηκαν τὰ γόνατα. Ὄρνιθος γάλα (Πλούταρχος)· Τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα. Διαρραγείης (Ἀριστοφάνης)· Νὰ σκάσεις.

14. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα χρησιμοποιεῖ τὸ διεθνῶς ἀναγνωρισμένο ἀλφάβητο ποὺ εἶναι ἑλληνικὴ ἐπινόηση. Ἡ ἔρευνα ἔχει ἀποδείξει ὅτι τὰ σύμβολα ποὺ ὑποτίθεται ὅτι τὰ δανειστήκαμε ἀπὸ τοὺς Φοίνικες ὑπῆρχαν στὴν Ἑλλάδα κάποιες χιλιετίες νωρίτερα (ἐπιγραφὴ Δισπηλιοῦ, κεραμικὸ θραῦσμα στὰ Ποῦρα τῶν Β. Σποράδων κ.λπ.). Ὁ καθηγητὴς γλωσσολογίας κ. Μπαμπινιώτης γράφει ἀναφερόμενος στὴ γραφὴ Γραμμικὴ Β΄: «Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ ἕνα ἀτελὲς σύστημα γραφῆς τὸ ὁποῖο οἱ Ἕλληνες ἀντικατέστησαν μὲ μιὰ καθαρῶς ἀλφαβητικὴ γραφή, τὸ γνωστὸ καὶ μέχρι σήμερα χρησιμοποιούμενο ἑλληνικὸ ἀλφάβητο, τὸ ὁποῖο οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες ἐδημιουργῆσαν ἐπινοήσαντες χωριστὰ γράμματα νὰ δηλώνουν τὰ φωνήεντα καὶ χωριστὰ γράμματα νὰ δηλώνουν τὰ σύμφωνα».

15. Ἡ Δημοκρατικότης. Ἐξ αἰτίας τοῦ ἁπλοῦ φθογγολογικοῦ συστήματος ποὺ χρησιμοποιεῖ, ἡ ἐκμάθηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καθίσταται εὔκολη καὶ στὸν ἁπλὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ μάθει νὰ διαβάζει καὶ νὰ γράφει καὶ ἑπομένως νὰ παρακολουθεῖ τὸ πολιτικὸ γίγνεσθαι καὶ νὰ συμμετέχει σ’ αὐτό, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔγινε σὲ λαοὺς μὲ πολύπλοκα γλωσσικὰ συστήματα (Κίνα, Αἴγυπτος). Μόνο στὴν Ἑλλάδα τὸ «Τὶς ἀγορεύειν βούλεται» ἔγινε πράξη καὶ ὁ καθένας χωρὶς νὰ φοβᾶται μποροῦσε νὰ ἐκφράσει τὴ σκέψη του μέσῳ τοῦ μεγαλείου τῆς ἑλληνικῆς λαλιᾶς.

16. Ὁ Συντηρητισμός. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δέχτηκε λίγες ἐπιρροὲς παρ’ὅλες τὶς μακροχρόνιες κατακτήσεις τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἀπὸ διαφόρους κατακτητὲς καὶ πῆρε πολὺ λίγες λέξεις ἀπὸ αὐτοὺς ἐνῷ, ἀντιθέτως τοὺς ἔδωσε πολὺ περισσότερες, ὅπως ἔγραψε ὁ Σεφέρης (Δοκιμές, Τόμος 1ος): «Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα γιὰ καλὸ ἢ γιὰ κακό, εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ συντηρητικὲς γλῶσσες τοῦ κόσμου».

17. Ἡ ἐπιστημονικότητα καὶ ἡ γλωσσικὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἀφηρημένου. Ὁ ἀρχαιότερος ἑλληνικὸς φιλοσοφικὸς καὶ ἐπιστημονικὸς ὅρος εἶναι «τὸ ἄπειρον» τοῦ Ἀναξίμανδρου. Ἡ ἀρχαία γλῶσσα ἔδωσε τὸ μέσον τῆς κατασκευῆς. Ἕνα ὁριστικὸ ἄρθρο πρὶν ἀπὸ τὸ ἐπίθετο καὶ ἔχουμε τὴν ἀφηρημένη ἔννοια (τὸ ἄπειρον, τὸ εὐτυχές κ.λπ). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, οἱ μεταγενέστεροι φιλόσοφοι ἔφτιαξαν καὶ ἄλλα τέτοια ἀφηρημένα οὐσιαστικὰ ὅπως π.χ. τὸ ἀγαθόν. Ἡ κορωνίδα τοῦ ἐπιστημονικοῦ λόγου εἶναι ἡ δημιουργία τῆς ἐπιστημονικῆς ὁρολογίας.

18. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι αὐτόφωτη, αὐτάρκης καὶ πρωτότυπη, διὰ τοῦτο εἶναι καὶ μοναδική. Αὐτόφωτη διότι δημιουργήθηκε ἀπὸ Ἕλληνες, αὐτάρκης διότι περιλαμβάνει εἰδικὲς ἑλληνικὲς λέξεις, γιὰ νὰ δηλώσει ἀκόμη καὶ τὶς ἀπειροελάχιστες διαφορὲς ὁμοειδῶν πραγμάτων καὶ πρωτότυπη διότι ἡ ἀνθρωπότης προστρέχει πάντοτε σ’ αὐτὴν γιὰ ὅποια νέα λέξη χρειασθεῖ νὰ δημιουργηθεῖ.

Ἀντώνη Ἀντωνάκου, φιλολόγου - ἱστορικοῦ.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2023

ΕΙΝΑΙ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ [ΓΙ' ΑΥΤΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΝ...] ---- Η ανάρτηση αυτή, ανανεώνεται και εμπλουτίζεται διαρκώς, με νέα ρήματα ---- Με αγάπη προς τη νεολαία μας - Μία ανάρτηση αυτοπαιδείας & αυτοβελτιώσεως


Αναλυτική κλίση 220 ρημάτων
(η λίστα διαρκώς εμπλουτίζεται)


- A -
«ἄγαμαι», «ἀγαπάω / ἀγαπῶ», «ἀγγέλλω - ἀγγέλλομαι», «ἀγείρω», «ἄγω - ἄγομαι», «ἀγωνίζομαι», «ἀδικέω / ἀδικῶ», «ᾄδω - ᾄδομαι», «αἰδέομαι / αἰδοῦμαι», «αἰνέω-ῶ», «αἴρω - αἴρομαι», «αἱρῶ - αἱροῦμαι - ἁλίσκομαι», «αἰσθάνομαι», «αἰσχύνω», «αἰτέω / αἰτῶ», «αἰτιάομαι / αἰτιῶμαι», «ἀκέομαι / ἀκοῦμαι», «ἀκολουθέω- ἀκολουθῶ», «ἀκούω - ἀκούομαι», «ἀλλάττω / ἀλλάσσω», «ἁμαρτάνω», «ἀνοίγω», «ἀνύω & ἀνύτω», «ἀπεχθάνομαι», «ἀπόλλυμι / ἀπολλύω», «ἀρέσκω», «ἀρκέω / ἀρκῶ», «ἄρχω - ἄρχομαι», «ἀσκέω-ῶ / ἀσκοῦμαι», «αὔξω - αὐξάνω», «ἀφικνέομαι / ἀφικνοῦμαι», «ἄχθομαι»
- Β -
«βαίνω - βαίνομαι», «βάλλω - βάλλομαι», «βιβάζω», «βλάπτω», «βλαστάνω», «βλώσκω», «βουλεύω - βουλεύομαι», «βούλομαι»
- Γ -
«γελάω / γελῶ», «γεύω», «γίγνομαι», «γιγνώσκω - γιγνώσκομαι», «γηράσκω», «γράφω - γράφομαι»
- Δ -
«δάκνω», «δέδοικα», «δείκνυμι - δείκνυμαι», «δέχομαι», «δέω», «δηλόω / δηλῶ - δηλόομαι / δηλοῦμαι», «δῃόω / δῃῶ», «διαλέγομαι», «διδάσκω - διδάσκομαι», «δίδωμι - δίδομαι», «δοκέω / δοκῶ», «δράω / δρῶ», «δύναμαι»
- Ε -
«ἐάω - ἐῶ», «ἐγείρω», «ἐθέλω & θέλω», εἰμί (=είμαι), ἔρχομαι/εἶμι, ἵημι (= ρίχνω), «ἐλαύνω», «ἕλκω», «ἐπιλανθάνομαι», «ἐπιμέλομαι & ἐπιμελοῦμαι», «ἐπίσταμαι», «ἕπομαι», «ἐρωτάω / ἐρωτῶ», «ἐσθίω», «εὐεργετέω / εὐεργετῶ», «εὑρίσκω», «ἔχω - ἔχομαι», «ἕψω»
- Ζ -
«ζεύγνυμι», «ζῶ», «ζώννυμι»
- Η -
ἡγοῦμαι, «ἥδομαι»
- Θ -
«θαυμάζω / θαυμάζομαι», «θεραπεύω», «θέω», «θηράω / θηρῶ», «θλίβω», «θνῄσκω / ἀποθνῄσκω»
- Ι -
«ἰάομαι / ἰῶμαι», «ἱλάσκομαι», «ἵστημι - ἵσταμαι», «ἰσχύω»
- Κ -
«καθεύδω», «κάθημαι», «καίω & κάω», «κατάγνυμι», «καλέω / καλῶ - καλοῦμαι», «καλύπτω», «κάμνω», «κατασκευάζω», «κεῖμαι», «κελεύω - κελεύομαι», «κεράννυμι & κεραννύω», «κηρύττω / κηρύσσω», «κινέω-ῶ», «κλαίω & κλάω», «κλείω (κλῄω)», «κλέπτω», «κολάζω», «κομίζω - κομίζομαι», «κοσμέω-ῶ», «κρατέω / κρατῶ - κρατοῦμαι», «κρεμάννυμι», «κρίνω», «κρούω», «κρύπτω», «κτάωμαι / κτῶμαι», «κυκλόω / κυκλῶ», «κυριεύω»
- Λ -
«λαγχάνω - λαγχάνομαι», «λαμβάνω», «λανθάνω», «λέγω - λέγομαι», «λείπω - λείπομαι», «λύω»
- Μ -
«μανθάνω», «μάχομαι», «μείγνυμι & μειγνύω», «μέλλω», «μένω», «μηνύω», «μιμνήσκω»
- Ν -
«νέμω - νέμομαι», «νέω», «νικάω / νικῶ», «νομίζω - νομίζομαι», «νουθετέω-ῶ»
- Ο -
«οἶδα», «οἰκέω / οἰκῶ - οἰκοῦμαι», «οἰκίζω», «οἰμώζω», «οἴομαι / οἶμαι», «οἴχομαι», «ὄμνυμι», «ὀνίνημι», «ὁράω / ὁρῶ», «ὀφλισκάνω»
- Π -
«παιδεύω», «παίω», «παρασκευάζω - παρασκευάζομαι», «πάσχω», «παύω - παύομαι», «πείθω - πείθομαι», «πεινήω / πεινῶ», «πέμπω - πέμπομαι», «πετάννυμι», «πήγνυμι», «πίμπλημι», «πίμπρημι / ἐμπίπρημι», «πίνω», «πίπτω», «πλέω», «πληρόω / πληρῶ», «πλήττω», «πνέω», «ποιέω / ποιῶ - ποιοῦμαι», «πράττω - πράττομαι», «πρεσβεύω», «πταίω», «πυνθάνομαι», «πωλέω - πωλῶ»
- Ρ -
«ῥέω», «ῥήγνυμι», «ῥιγώω / ῥιγῶ», «ῥώννυμι»
- Σ -
«σβέννυμι», «σείω», «σημαίνω - σημαίνομαι», «σήπω», «σκοπέω / σκοπῶ - σκοποῦμαι», «σπάω / σπῶ», «σπένδω», «στρέφω», «στρώννυμι», «συλλέγω», «σῴζω»
- Τ -
«τάττω - τάττομαι», «τείνω», «τελέω - τελῶ», «τέμνω», «τήκω», «τίθημι», «τίκτω», «τιμάω / τιμῶ», «τίνω», «τιτρώσκω», «τρέπω», «τρέφω», «τρέχω», «τυγχάνω»
- Υ -
«ὑπηρετέω / ὑπηρετῶ - ὑπηρετοῦμαι», «ὑπισχνέομαι / ὑπισχνοῦμαι»
- Φ -
«φαίνω - φαίνομαι», «φείδομαι», «φέρω», «φεύγω», «φημί», «φθάνω», «φθείρω», «φθονέω-ῶ», «φιλέω / φιλῶ»
- Χ -
«χαλάω / χαλῶ», «χέω», «χρήομαι / χρῶμαι», «χρίω»
- Ψ -
«ψαύω», «ψηφίζω - ψηφίζομαι»
- Ω -
«ὠθέω / ὠθῶ - ὠθοῦμαι», «ὠνέομαι / ὠνοῦμαι», «ὠφελέω / ὠφελῶ»