Μανώλης Κοττάκης
Ὁ λαϊκισμός καί ὁ ἐλιτισμός, τό ἐθνικό καί τό ὑπερεθνικό
Η Ομοιομορφία εἶναι τυραννία. Καί ἡ διαφορετική γνώμη εἶναι εὐλογία. Ἀρκεῖ οἱ ἄνθρωποι καί τά ἔθνη νά ἔχουν τήν αἴσθηση τῆς συλλογικῆς μοίρας. Ὅτι πορεύονται πρός ἕναν ἐθνικό στόχο, πρός ἕναν μοναδικό προορισμό, στό ὄνομα μιᾶς ἀνεξάρτητης χώρας. Ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι στήν πατρίδα μας ἀντιμετωπίζουμε τεράστιο πρόβλημα ἐθνικοῦ, κοινωνικοῦ, ἰδεολογικοῦ καί πολιτισμικοῦ διχασμοῦ. Οἱ μισοί δέν μποροῦμε νά ἀντέξουμε τούς ἄλλους μισούς. Δέν ἀντέχουμε τίς ἀπόψεις πού διατυπώνουν ἐπί συγκεκριμένων θεμάτων, δέν ἀντέχουμε τίς ἐπιλογές τους στήν ἔνδυση, στήν διατροφή, στόν πολιτισμό, στήν μουσική, δέν ἀντέχουμε τήν συμπεριφορά τους στόν δημόσιο χῶρο, δέν ἀντέχουμε τήν γενικώτερη αἰσθητική τους.
Δέν ἀντέχουμε τήν προσέγγισή τους γιά τήν χώρα: Γιά ἔννοιες ὅπως ἐμπιστοσύνη ἤ προδοσία, ρίσκο ἤ ἀσφάλεια, ἔθνος ἤ διεθνισμός, θρησκεία ἤ ἀθεΐα, βεβαιότητα ἤ ἀμφιβολία, Ἱστορία ἤ ἀμνησία, διαφθορά ἤ ἐντιμότητα, πατριωτική ταυτότητα ἤ κοσμοπολιτισμός, φιλοευρωπαϊσμός ἤ εὐρωσκεπτικισμός. Μιλᾶμε καί πορευόμαστε παράλληλα. Καιρό τώρα. Δέν προσπαθοῦμε νά κρύψουμε τήν ἀντιπάθειά μας ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλον. Πολλοί δέν μποροῦν νά κρύψουν καί τό μῖσος τους! Βασικά κλεινόμαστε στόν ἑαυτό μας. Δοξάζουμε τόν ἐγωισμό. Δέν ἀλληλεπιδροῦμε μεταξύ μας. Ἔχουμε τόσο ριζωμένες ἀντιλήψεις πού δέν ἀμφιβάλλουμε γιά τίποτα. Εἴμαστε τόσο βέβαιοι γιά τόν κόσμο, τόν κόσμο ὅπως τόν βλέπουμε ἐμεῖς, ὥστε δέν ἀντέχουμε νά κάνουμε διάλογο μέ ἄλλη σχολή σκέψεως.
Μέ συνέπεια, βασικές ἔννοιες γύρω ἀπό τίς ὁποῖες στό παρελθόν ὑπῆρχε σύνταξη γιά τό ἔθνος νά ἔχουν παραφθαρεῖ στό μυαλό μας. Ἀκόμη καί ἄν τυχόν μιλήσουμε ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον, νά μήν ἐννοοῦμε τό ἴδιο πρᾶγμα. Ὅ,τι ζοῦμε κατ’ ἀρχάς εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλιτισμοῦ καί τοῦ λαϊκισμοῦ. Ἐπικίνδυνος ὁ ἕνας, ἐπικίνδυνος καί ὁ ἄλλος. Ὁ ἐλιτισμός εἶναι ἀποτέλεσμα ὑπερμορφώσεως, χωρίς γείωση μέ τήν κοινωνία. Ὁ λαϊκισμός εἶναι ἀποτέλεσμα ἡμιμορφώσεως χωρίς προσέγγιση μέ τήν Πολιτεία. Ὁ ἐλιτισμός ἵπταται ἀφ’ ὑψηλοῦ καί χλευάζει, ὁ λαϊκισμός ἀπωθεῖ ἐκ τοῦ σύνεγγυς ὅ,τι δέν καταλαβαίνει. Δροῦν καί λειτουργοῦν λοιπόν παράλληλα δύο κοινωνίες ἀπό τίς ὁποῖες ἡ πρώτη, ἡ ἐλιτίστικη, θεωρεῖ τήν ἄλλη ἀγράμματη, τεμπέλικη, ἀδαῆ καί ἐπικίνδυνη, ἐνῷ ἡ δεύτερη θεωρεῖ τήν πρώτη ὡς ψυχρή, ξιπασμένη, νεόπλουτη, βολεμένη, κυνική καί διεφθαρμένη. Μέ αὐτά τά γυαλιά βλέπουμε τόν κόσμο κι αὐτά τά γυαλιά εἶναι προϊόν δύο διαφορετικῶν ἐκπαιδευτικῶν συστημάτων.
Τοῦ δημοσίου ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος τῆς τελευταίας τριακονταετίας, τό ὁποῖο δέν βοήθησε τίς λαϊκές τάξεις νά ἀποκτήσουν ἐθνική αὐτογνωσία καί κοινωνική αὐτοπεποίθηση, μέ συνέπεια σήμερα νά πορεύονται μέ ἔλλειψη βασικῶν γνώσεων.
Τοῦ ἰδιωτικοῦ ἐπίσης ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, τό ὁποῖο ἀσφαλῶς εἶναι πιό πλῆρες καί ἐξωστρεφές, ἀλλά σέ πολλές περιπτώσεις προάγει τόν πολυπολιτισμό καί πολύ δευτερευόντως αὐτό τό ὁποῖο περιγράφει τό Σύνταγμα τοῦ 1974 στό ἄρθρο 16 ὡς καλλιέργεια ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Πολλά ἰδιωτικά σχολεῖα ἐκπαιδεύουν ἑλληνόφωνους. Νέα παιδιά πού γνωρίζουν φαρσί ξένες γλῶσσες, ἀλλά ἔχουν μείνει πίσω στήν διατύπωση νοημάτων στήν ἑλληνική γλῶσσα. Μέ ἄλλα λόγια: ἡ δημόσια ἐκπαίδευση εἶναι ἐλλιπής στήν προσέγγιση τοῦ ἐθνικοῦ καί ἡ ἰδιωτική ἐκπαίδευση εἶναι πλεονάζουσα στήν κατήχηση τοῦ ὑπερεθνικοῦ. Τά δύο αὐτά κοινωνικά ρεύματα ἔχουν σχηματιστεῖ, ἔχουν ὁμογενοποιηθεῖ καί δέν πορεύονται πρός τήν ἴδια κατεύθυνση. Τό μεγάλο λαϊκό πορεύεται μέ τήν ἀσφάλεια τῆς πλειοψηφίας, τό μειοψηφικό κοσμοπολίτικο πορεύεται μέ τήν ἀσφάλεια τῆς ἰσχύος.
Ἡ ἀνωμαλία πάντως παραμένει: Ἄλλα ἐννοεῖ τό ἕνα ρεῦμα, ἄλλα ἐννοεῖ τό ἄλλο. Τό ρεῦμα πού ἔχει καταφέρει χάρη στήν ἀτομική προκοπή του κυρίως (ἀλλά καί μέ ἄνομες μεθόδους σέ ἄλλες περιπτώσεις) νά διαμορφώσει ἕνα μέλλον ἀσφαλείας γιά τήν οἰκογένειά του ἔχει ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη σέ αὐτό πού ὀνομάζεται σύστημα καί δέν ἐπιθυμεῖ καμμία δοκιμή. Καμμία ἀλλαγή. Δέν θέλει νά ρισκάρει τίποτα. Ἐπιθυμεῖ νά παραμείνουν τά πράγματα ὅπως ἔχουν. Τό καθοδηγεῖ ὁ φόβος γιά τό ἀβέβαιο αὔριο. Γιά τήν σύνταξη πού κατοχύρωσε μετά κόπων καί βασάνων, γιά τίς οἰκονομίες πού ἔχει στήν τράπεζα, γιά τήν ἰδιοκτησία του πού δέν θέλει νά φορολογεῖται ὑπέρμετρα. Τό ρεῦμα τό ὁποῖο δέν βρίσκεται στά ραντάρ τῆς ἐξουσίας, ἔχει μείνει πίσω, ἔχει διαγράψει τήν ἔννοια τῆς ἐμπιστοσύνης ἀπό τό λεξιλόγιο του. Εἶναι καχύποπτο καί δέν ἐμπιστεύεται παρά μόνον πολύ λίγους ὅταν αἰσθάνεται ὅτι ἀνακαλύπτει τόν ἑαυτό του στίς λέξεις τους. Καί κινεῖται ἀναλόγως. Καί βεβαίως θέλει νά ρισκάρει. Ψάχνει τήν ἀλλαγή. Καί τοῦτο γιατί καταλαβαίνει ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἔχουν νά χάσουν πράγματα ἀπό τίς ἀλλαγές, ἀλλά κι ἄλλοι πού δέν ἔχουν νά χάσουν τίποτα. Τό πρῶτο μεγάλο πολιτικό πρόβλημα τῆς χώρας λοιπόν εἶναι ἡ διάρρηξη τῆς ἐμπιστοσύνης στίς τάξεις τῆς κοινωνίας.
Ἕπεται ἡ διάρρηξη τῆς ἐμπιστοσύνης πρός τούς θεσμούς καί στό πολιτικό σύστημα. Προηγεῖται ἡ διάρρηξη τῆς ἐμπιστοσύνης πρός τόν διπλανό σου καί αὐτό εἶναι ἕνα τεράστιο πολιτισμικό πρόβλημα. Ἔχουμε ἐπίσης πολύ μεγάλο πρόβλημα μέ τίς ἔννοιες. Ἄς πάρουμε τήν διαφθορά. Πολλοί καταγγέλλουμε τήν διαφορά ὡς κάτι ἀνέντιμο καί θεωροῦμε ὅτι ὅποιος κηλιδώνεται ὡς διεφθαρμένος ἐκτίθεται στήν ἀποδοκιμασία τῆς κοινωνίας. Εἶναι ἔτσι, ἀλλά ὄχι καί ἀπολύτως ἔτσι. Ἕνα ἰσχυρό κομμάτι τῆς κοινωνίας πού τό διαπερνᾶ ὁ κυνισμός δέν ἐνοχλεῖται ἀπό τήν διαφθορά. Στήν πραγματικότητα, ζηλεύει τήν διαφθορά. Ἔχοντας βαρεθεῖ νά πηγαίνει μέ τόν σταυρό στό χέρι καί νά ἀντιμετωπίζει πρόβλημα ἐπιβιώσεως, θά ἤθελε νά μπορεῖ νά μετέχει καί ἐκεῖνο στό κόλπο τῆς διαφθορᾶς. Ὅποιος «τρελλός» λοιπόν σηκώνει σημαία κατά τῆς διαφθορᾶς πρέπει νά ’χει ὑπ’ ὄψη του ὅτι ἐκεῖ ἔξω στήν κοινωνία ὑπάρχουν λαϊκές δυνάμεις πού βαρέθηκαν νά μένουν ἔξω ἀπό τό κόλπο καί θέλουν νά μποῦν στό κόλπο. Κι ἄν τυχόν θελήσουν νά τιμωρήσουν τήν πολιτική στίς προσεχεῖς ἐκλογές, δέν εἶναι γιατί αὐτή ἔγινε διεφθαρμένη, ἀλλά γιατί δέν ἔδωσε καί στούς ἴδιους τήν δυνατότητα νά διαφθαροῦν. Ἄλλα πράγματα ἐπίσης ἐννοοῦν οἱ μισοί Ἕλληνες ὅταν χρησιμοποιοῦν τήν λέξη πατρίδα κι ἄλλα οἱ ἄλλοι μισοί.
Ὑπάρχουν ἄνθρωποι μέ βαθιά αἴσθηση τῆς Ἱστορίας πού γνωρίζουν ὅτι θά πρέπει νά κόβεις ἀπό τήν ρίζα κάθε προσπάθεια ἀμφισβητήσεως τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας καί τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων. Διότι ἄν δέν τό κάνεις αὐτό καί ἀφήσεις ἕναν βράχο νά γίνει γκρίζος, αὔριο μπορεῖ νά γίνει καί ἕνα νησί γκρίζο, αὔριο μπορεῖ καί ἕνα κομμάτι τῆς θάλασσιας ἐπικράτειάς σου νά γίνει γκρίζο. Ἔχοντας περάσει μεγάλη χρονική ἀπόσταση ἀπό τήν τελευταία ἐθνική τραγωδία στήν Ἑλλάδα, πού ἦταν ἡ Μικρασιατική, καί μέ ἄγνοια τοῦ συναισθήματος τί σημαίνει ἀπώλεια ἐθνικοῦ ἐδάφους, ὑπάρχουν σέ ὅλη τήν χώρα, μέ κυρίαρχη τήν Ἀθήνα, διάσπαρτες δυνάμεις πού δέν θεωροῦν ἔγκλημα καθοσιώσεως νά χαρίσουμε ἕξι μίλια τήν Τουρκία στό Αἰγαῖο ἅμα εἶναι νά γλυτώσουμε τόν πόλεμο. Μεγάλο κομμάτι τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας κινεῖται στήν λογική αὐτοῦ πού ἀκούστηκε κάποτε, στά χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ, «καί τί ἔγινε ἄν χάσουμε ἕνα νησάκι». Μέ τήν διαφορά ὅτι αὐτή τήν λογική δέν τήν ἐνστερνίζονται μόνο μερικοί λίγοι ἀπάτριδες ἀριστεροί, ἀλλά καί κοσμοπολῖτες κεντρῶοι τῆς ἐλίτ. Διαφορετική εἶναι ἡ προσέγγιση τῶν δύο αὐτῶν ρευμάτων γιά τήν προσέγγιση τῆς ἔννοιας ἐλευθερία.
Τό κοσμοπολίτικο ρεῦμα θέλει τήν ἐλευθερία στίς ἀνθρώπινες σχέσεις στήν βάση τοῦ φιλελεύθερου «ὁ καθένας μπορεῖ νά διαθέσει τό σῶμα του ὅπως θέλει καί νά κάνει τίς ἀτομικές του ἐπιλογές μέ βάση τήν ἀτομική εὐθύνη», ἀλλά ὅταν πρόκειται γιά ἀναμετρήσεις στίς ὁποῖες ὑπάρχουν πολύ μεγάλα διακυβεύματα, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τά κεκτημένα του, ἐγκρίνει τόν περιορισμό τῆς ἐλευθερίας. Δέν ἔχει πρόβλημα μέ τήν συρρίκνωση τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐνημερώσεως ἄν πρόκειται αὐτή νά ὁδηγήσει στήν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ πού ἐπιθυμεῖ. Ἄρα ἐλεύθερο μπορεῖ νά εἶναι μόνο ὅ,τι μᾶς συμφέρει. Ὅ,τι δέν μᾶς συμφέρει δέν μπορεῖ νά εἶναι ἐλεύθερο. Εἶναι προφανές ὅτι ἡ συμπίεση τοῦ κοινωνικοῦ ἀτμοῦ μέ τήν συρρίκνωση τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν δημιουργεῖ μακροπρόθεσμα συνθῆκες μεγάλης ἐκρήξεως, γιατί ἕνα κομμάτι τῆς κοινωνίας βιώνει αὐτόν τόν φιλελευθερισμό τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος ὡς ἰδιότυπη δικτατορία. Πού τό πνίγει. Στήν κοινωνική πόλωση πού ὑπάρχει ἐντάσσεται καί ὁ διχασμός γιά τό μεταφυσικό, γιά τήν θρησκεία, γιά τό ἄν ὑπάρχει κάτι μετά τήν ζωή ἤ δέν ὑπάρχει.
Οἱ πεφωτισμένες ἐλίτ διακηρύσσουν μέ ἄνεση καί αὐτοπεποίθηση τήν ἀθεΐα τους. Τήν ἀμφισβήτηση τοῦ μετά. Τήν ἀποθέωση τοῦ ἐγκόσμιου. Καί ὁρίζουν τήν συμπεριφορά τους στήν καθημερινότητα μέ βάση ἀμειγῶς ὑλικά κριτήρια. Ἄλλες κοινωνικές ὁμάδες ὅμως, πλειοψηφικές, ἀλλά σιωποῦσες, δέν ἔχουν τήν ἴδια ἄποψη. Πίσω ἀπό κοντοκουρεμένους Ἕλληνες καί Ἑλληνίδες μέ σπορτέξ παπούτσια καί σακίδια στήν πλάτη κρύβονται βαθύτατα θρησκευόμενοι ἄνθρωποι. Κυκλοφοροῦν δίπλα μας καί οὔτε μποροῦμε νά φανταστοῦμε ὅτι αὐτοί οἱ μοντέρνοι ἄνθρωποι προσεύχονται, προσκυνοῦν εἰκόνες καί ἀνάβουν κεριά. Καί ὅμως ὑπάρχουν καί εἶναι πάρα πολλοί.
Μιά κατηγορία ἀπό μόνοι τους εἶναι οἱ ἀπαρατήρητοι. Αὐτοί πού πασχίζουν νά τούς δοῦμε, νά τούς κοιτάξουμε στά μάτια καί νά μήν τούς ξεχάσουμε τήν ἑπόμενη φορά. Μπορεῖ νά εἶναι μιά ταμίας στό σοῦπερ μάρκετ, ἕνας σερβιτόρος πού σερβίρει καφέ, ἕνας ὑπάλληλος πού κόβει ἀπόδειξη στά διόδια, ἕνας ναυτικός πού κόβει τό εἰσιτήριο στό πλοῖο, ἕνα παιδί στήν εἴσοδο ἑνός νυχτερινοῦ κέντρου. Ὁ ἐλιτισμός ἑνός τμήματος τῆς κοινωνίας ἔχει ὡς συνέπεια νά μήν κοιτᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον στά μάτια. Ἁπλῶς τόν ἀκοῦμε μηχανικά. Καί αὐτό μεγαλώνει ἀκόμα περισσότερο τό χάσμα καί τήν διάρρηξη τῆς κοινωνικῆς ἐμπιστοσύνης.
Δέν ἔχουμε πλέον ἡγεσίες πού διαμορφώνουν ρεύματα, ἀλλά ρεύματα πού ἐπιλέγουν ἡγεσίες. Τυχαῖα μάλιστα. Ἄν αὐτή τήν στιγμή ὁ ἀρχηγός τοῦ κυνισμοῦ στήν πατρίδα μας εἶναι ὁ Κυριάκος, εἶναι γιατί προϋπάρχει τοῦ Κυριάκου ἕνα κυνικό ρεῦμα, δέν τό δημιούργησε ὁ ἴδιος. Ἄν σήμερα διεκδικεῖ τήν ἡγεσία τῆς ἀμφισβητήσεως κάποια Καρυστιανοῦ ἤ ἡ Ζωή Κωνσταντοπούλου, οὔτε αὐτό τυχαῖο εἶναι. Πρῶτα δημιουργήθηκε τό ἀξιακό μπλόκ μέσα στά χρόνια τῶν μνημονίων καί μετά ξεπήδησαν ἡγεσίες του. Ὅπως τό λέει κυνικά ἕνας πολιτικός, «πρῶτα βρίσκεται ἡ πελατεία καί μετά ἀνοίγει τό κατάστημα». Τό πρόβλημα εἶναι ὅτι αὐτές οἱ δύο Ἑλλάδες κινοῦνται παράλληλα αὐτή τήν στιγμή σέ ἐντελῶς διαφορετικές κατευθύνσεις, Δέν συναντῶνται. Δέν ἔχουν διάθεση νά συναντηθοῦν, ἀλλά οὔτε καί νά γεφυρώσουν τίς διαφορές τους.
Ἐνῷ θά ἔπρεπε ἡ μία νά περιέχει τήν ἄλλη. Οἱ ἀριστοκράτες νά γίνουν ταπεινοί καί οἱ λαϊκοί νά γίνουν ἄρχοντες. Χιαστί. Καί μετά νά πορευτοῦν μέ τό ἴδιο βῆμα, μέ τήν ἴδια πίστη, πρός τήν ἴδια κατεύθυνση. Γιά νά ὑπάρξει αὐτό πού συνηθίζουμε νά λέμε συλλογική μοῖρα. Ὅσο ὑπάρχει τρῦπα στήν κοινωνία μας θά ὑπάρχει τρῦπα καί στήν ἡγεσία μας. Καί ὅσο αὐτό γίνεται ἀντιληπτό ἀπό τούς ἐπιβουλεῖς τῆς πατρίδας μας τόσο ἐκεῖνοι μέ ψυχολογικό πόλεμο θά προσπαθοῦν νά μᾶς χειραγωγοῦν γιά νά παραδοθοῦμε. Καί ὅταν θά ἔρθει ἐκείνη ἡ στιγμή, σημασία δέν θά ἔχει ἄν εἶσαι πατριώτης ἤ κοσμοπολίτης, θρησκευόμενος ἤ ἄθεος, διεφθαρμένος ἤ ἀδιάφθορος, ἀλλά ἄν εἶσαι Ἕλληνας.
Απόψεις
Ἡ κατά Γεώργιον Ζαμπέτα «ψυχούλα» καί ἡ Ἀποκριά Φεβ 03, 2026
Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 1966 Φεβ 03, 2026
Ὁ πάντοτε ἐπίκαρος ρινόκερως τοῦ Ἰονέσκο Φεβ 02, 2026
ΠΟΝΟΚΕΦΑΛΟΣ Φεβ 02, 2026



