«Αυτό το αναγνωρίζω ως μοναδικό και εξαιρετικό ανάμεσα στα ελαττώματά μου - την συνήθεια, στην οποία εμμένω, να προτιμώ να λέω πρώτα από όλα πράγματα που ξέρω ότι θα δυσαρεστήσουν τους ακροατές μου. Αυτό το γνωρίζω, ωστόσο το διατηρώ σκόπιμα, και σε καμία περίπτωση δεν αγνοώ πόσους εχθρούς δημιουργεί αυτή η συνήθεια μου...» [ ΤΖΙΡΟΛΑΜΟ ΚΑΡΝΤΑΝΟ (1501-1576) ]. Υπόσχεση: Τα πάντα για την Ελλάδα !!! Μην ξεχνάτε ότι, το ακόλουθο είναι Συμπαντικός Νόμος: Ὕβρις → Ἄτη → Νέμεσις → Τίσις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΗΤΟΡΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΗΤΟΡΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 23 Ιουλίου 2017
Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017
Ας γελάσουμε και λίγο: «τόσα εκατομμύρια χρόνια... και με το τσαντίρ μαχαλά... ε, βέβαια... έμπορος είναι... πουλάει κάθε 'μέρα...» Εκλογές έρχονται αγαπητοί μου... Αυτούς ψηφίζετε... Βγάζει λεφτά από τέτοιου είδους... σεμινάρια ο τύπος. Εσείς τού τα δίνετε... Κορόοοιδααα... Σιγά τα... ρητορικά επιχειρήματα ! Έλεος...
Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015
Λουκιανός (125 μ.Χ. - 180 μ.Χ.)
Ο Λουκιανός ήταν Σύρος στην καταγωγή. Γεννήθηκε στα Σαμόσατα, πρωτεύουσα της Κομμαγηνής, στον άνω Ευφράτη της Συρίας, γύρω στο 125 μ.Χ. Εκεί έλαβε τη στοιχειώδη εκπαίδευση και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Επειδή είχε δείξει από μικρός κάποιο ταλέντο στην τέχνη, οι γονείς του τον έστειλαν μαθητευόμενο σε κάποιο θείο του γλύπτη. Η μαθητεία του δεν κράτησε πολύ· ο νεαρός Λουκιανός έσπασε από αδεξιότητα μια πλάκα και ο θείος του τον επέπληξε αυστηρά. Έτσι, εγκατέλειψε το εργαστήρι του θείου του και επέστρεψε στο σπίτι των γονέων του.
«Τοῖς πλείστοις οὖν ἐδοξε παιδεία μέν καί πόνου πολλοῦ καί χρόνου μακροῦ καί δαπάνης οὐ μικρᾶς
καί τύχης δεῖσθαι λαμπρᾶς».
Η έντονη φιλομάθειά του τον έκανε να στραφεί στα γράμματα...
Η συνέχεια εδώ
«Τοῖς πλείστοις οὖν ἐδοξε παιδεία μέν καί πόνου πολλοῦ καί χρόνου μακροῦ καί δαπάνης οὐ μικρᾶς
καί τύχης δεῖσθαι λαμπρᾶς».
Η έντονη φιλομάθειά του τον έκανε να στραφεί στα γράμματα...
Η συνέχεια εδώ
Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015
ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΝ ΑΠΑΝΤΕΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΘΕΜΑ - ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ ΠΑΝΤΟΥ - ΔΙΔΑΞΤΕ ΤΟ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΓΓΟΝΙΑ ΣΑΣ - ΚΑΝΤΕ ΚΑΤΙ !!!
Ισοκράτους Πανηγυρικός, παράγραφος 50
«Τοσοῦτον δ' ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ' οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας παρά τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας».
Πουθενὰ δὲν ἀναφέρει ὁ Ἰσοκράτης (οὒτε ἂλλος Ἓλλην συγγραφεὺς) ὃτι “Ἓλληνὲς εἰσι οἱ μετέχοντες τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας”. Ἡ ρῆσις αὐτὴ, τὴν ὁποίαν κατά κόρον ἐξεμεταλεύθησαν τὰ Μ.Μ.Ε., εἶναι χαλκευμένη, παράφρασις, παρερμηνεία, διαστρεύλωσις τοῦ 50οῦ ἐδαφίου απὸ τὸν “Πανηγυρικὸν” τοῦ Ἰσοκράτους, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν πραγματικότητα διατυπώνει, σαφῶς, τελείως αντίθετη ἒννοια. (Γι’ αὐτὸ δὲν ἐπιθυμοῦν κάποιοι νὰ διδάσκωνται τὰ ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ εις τὰ σχολεῖα: γιὰ νὰ μποροῦν διάφοροι ἐπιτήδειοι, νὰ ἐρμηνεύουν τὰ ἀρχαῖα κείμενα ὃπως τοὺς βολεύει).
Ὁ Ἰσοκράτης, λοιπὸν, πλέκων τὸ ἐγκώμιον τῆς πνευματικῆς αἲγλης τῶν Ἀθηνῶν, γράφει ἐπὶ λέξει:
“ΤΟΣΟΥΤΟΝ Δ’ ΑΠΟΛΕΛΟΙΠΕΝ Η ΠΟΛΙΣ ΗΜΩΝ ΠΕΡΙ ΤΟ ΦΡΟΝΕΙΝ ΚΑΙ ΛΕΓΕΙΝ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΩΣΘ΄ ΟΙ ΤΑΥΤΗΣ ΜΑΘΗΤΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΓΕΓΟΝΑΣΙΝ, ΚΑΙ ΤΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΝΟΜΑ ΠΕΠΟΙΗΚΕ ΜΗΚΕΤΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΙΑΣ ΔΟΚΕΙΝ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΛΕΙΣΘΑΙ ΤΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΗΜΕΤΕΡΑΣ Η ΤΟΥΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΜΕΤΕΧΟΝΤΑΣ.”
Τὸ ρῆμα “πεποίηκε” καὶ τὸ τὸ ἀπαρὲμφατον “δοκεῖν”, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιεῖ ὁ Ἰσοκράτης, δὲν ἒχουν τεθῆ τυχαίως. Ὃπως παρατηρεῖ καὶ ὁ σχολιογράφος τῶν Κωδίκων, ὁ Ἰσοκράτης πάντοτε “σαφεῖ τῇ λέξει κέχρηται” (vita 1.10). Σημειωτέον δὲ, ὃτι συνεπλήρωνε καὶ ἐτελειοποιοῦσε τὸν “Πανηγυρικὸ” περισσότερο ἀπὸ δέκα ἒτη, προκειμένου νὰ τὸν ἀπαγγείλη κατὰ τὴν ἑκατοστὴν Ὀλυμπιάδα – τὸ 380 π.ν.χ.-, ὃπου, ὡς γνωστὸν, συμμετεῖχον ΜΟΝΟΝ Ἓλληνες.
Τὸ ρῆμα “ποιῶ” σημαίνει κατασκευάζω, φτιάχνω, δημιουργῶ. Τό μέσον (μέση φωνὴ) “ποιούμαι” σημαίνει ὑπολαμβάνω, νομίζω: “συμφορὰν ποιοῦμαι” = θεωρῶ ὡς συμφορὰν (ἀνάλογες σημερινὲς ἐκφράσεις: “περιποιημένη συμπεριφορὰ”, “κατασκευασμεύνη ὑπόθεσις”, “φτιαχτὸ ζήτημα”.
Τὸ δὲ ρῆμα “δοκῶ” σημαίνει ὑποθέτω, νομίζω, φαντάζομαι: δοκεῖ = φαίνεται, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν πραγματικότητα. “Τά δοκούντα –μόνον - τῷ δοκοῦντι εἶναι ἀληθῆ” τονίζει ὁ Πλάτων εἰς τὸν διάλογον “Θεαίτητος” (158 Ε).
Ὁ Ἰσοκράτης λοιπὸν ἁπλῶς διαπιστώνει:
“Ἡ πόλις μας (δηλαδή αἱ Ἀθῆναι, ἡ Ἑλλὰς Ἑλλάδος κατὰ τὸν Θυκυδίδη), τόσον ἒχει ἀφήσει πίσω της (“ἀπολέλοιπε”, “ἐξεπέρασε”) ὡς πρὸς τὴν φρόνησιν τοὺς ἂλλους ἂνθρώπους, ὣστε οἱ μαθηταὶ αύτῆς ἒγιναν διδάσκαλοι ἂλλων καὶ τὸ ὂνομα τῶν Ἑλλήνων πεποίηκε ( = ἐδημιούργησε τὴν πεποιημένην, πλαστὴν ὲντύπωσιν) δοκεῖν εἶναι ( =νὰ φαίνεται ὃτι εἶναι –δίχως ὃμως νὰ εἶναι) χαρακτηριστικὸν ὂχι πιὰ τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας καὶ νὰ ἀποκαλοῦνται Ἓλληνες (δὲν τοὺς ἀποκαλοῦμε ἐμεῖς) μᾶλλον οἱ μετέχοντες τής ἡμετέρας ἐκπαιδεύσεως παρὰ (οἱ μετέχοντες) τῆς κοινῆς φύσεως ( =γεννήσεως, καταγωγῆς).
Δηλαδὴ, κάτι παρόμοιο μὲ αὐτὸ ποὺ γίνεται σήμερα μὲ τοὺς καθηγητὲς ξένων γλωσσῶν. Οἱ μαθηταὶ λένε: “ἡ γαλλίδα”, “ἡ γερμανίδα”, “ὁ ἂγγλος”, κ.ο.κ., ἐννοώντας τοὺς -Ἓλληνες- καθηγητὰς, οἱ ὁποῖοι διδάσκουν αὐτὲς τὶς γλῶσσες.
Γι’αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐτακτοποίησε τὸ ἀνεφυὲν πρόβλημα, καθορίζοντας ὡς “ἑλληνίζοντας” (καὶ ὂχι “Ἓλληνας”) τοὺς ξένους τοὺς διδάσκοντας ἑλληνικὰ. Ἒτσι ἒχομε τοὺς “ἑλληνίζοντας” Ἰουδαίους, δηλαδὴ τοὺς ὁμιλοῦντας τὴν Ἑλληνικὴν, καὶ γενικῶς τοὺς συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ κράτη τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Δύσεως, ὡμιλοῦσαν, ἒγγραφον καὶ ἐδίδασκον τὰ Ἑλληνικὰ.
“Ἑλληνιστὴς” μέχρι σήμερα, εἶναι ὁ ἑλληνόγλωσσος ἀλλοδαπὸς, ὁ καθηγητὴς τῶν Ἑλληνικῶν. Λόγου χάριν, ἡ Γαλλίδα ἑλληνίστρια Ζακλὶν ντὲ Ρομιγὺ, ὁ Ἱσπανὸς ἑλληνιστὴς Φεδερίκο Σαγρέδο, ὁ Ἱσπανὸς ἑλληνιστὴς Χουὰν Κοντὲρχ, καθηγητὴς εἰς τὸ πανεπισήμιο st. Andrews τῆς Σκωτίας, ὁ ὁποῖος ἀναγράφει εἰδήσεις στὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ γλῶσσα, στὸν ἱστοχῶρο του http://www.akwn.net/ κ.ἂ.
Καὶ γιὰ νὰ μὴν ὑπάρξη τυχὸν παρεξήγησις γύρω ἀπὸ τὴν λέξι “μαθηταὶ” (οἱ ταύτης μαθηταὶ γεγόνασι διδάσκαλοι τῶν ἂλλων) διευκρινίζομε ὃτι οἱ μαθηταὶ οἱ ὁποίοι συνέρρεον εἰς τὶς Σχολὲς τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἦσαν μόνον Ἓλληνες, ἀλλὰ καὶ ξένοι ἀπὸ Ἀνατολὴ καὶ Δύσι. Αὐτοὶ, γυρίζοντας στὶς πατρίδες των, ἐδίδασκον ἑλληνικὰ ὡς “Ἓλληνες διδάσκαλοι” καὶ μετέπειτα “ἑλληνοδιδάσκαλοι”.
(Απόσπασμα επιστολής τής εξαιρέτου φιλολόγου Άννας Τζιροπούλου – Ευσταθίου, πρός τόν πρόεδρον τής Δημοκρατίας κ. Κων. Στεφανόπουλο, τήν 6η Νοεμβρίου τού 2000, η οποία εδημοσιεύθη σέ τεύχος τού περιοδικού “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ”)
«Τοσοῦτον δ' ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ' οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας παρά τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας».
Πουθενὰ δὲν ἀναφέρει ὁ Ἰσοκράτης (οὒτε ἂλλος Ἓλλην συγγραφεὺς) ὃτι “Ἓλληνὲς εἰσι οἱ μετέχοντες τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας”. Ἡ ρῆσις αὐτὴ, τὴν ὁποίαν κατά κόρον ἐξεμεταλεύθησαν τὰ Μ.Μ.Ε., εἶναι χαλκευμένη, παράφρασις, παρερμηνεία, διαστρεύλωσις τοῦ 50οῦ ἐδαφίου απὸ τὸν “Πανηγυρικὸν” τοῦ Ἰσοκράτους, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν πραγματικότητα διατυπώνει, σαφῶς, τελείως αντίθετη ἒννοια. (Γι’ αὐτὸ δὲν ἐπιθυμοῦν κάποιοι νὰ διδάσκωνται τὰ ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ εις τὰ σχολεῖα: γιὰ νὰ μποροῦν διάφοροι ἐπιτήδειοι, νὰ ἐρμηνεύουν τὰ ἀρχαῖα κείμενα ὃπως τοὺς βολεύει).
Ὁ Ἰσοκράτης, λοιπὸν, πλέκων τὸ ἐγκώμιον τῆς πνευματικῆς αἲγλης τῶν Ἀθηνῶν, γράφει ἐπὶ λέξει:
“ΤΟΣΟΥΤΟΝ Δ’ ΑΠΟΛΕΛΟΙΠΕΝ Η ΠΟΛΙΣ ΗΜΩΝ ΠΕΡΙ ΤΟ ΦΡΟΝΕΙΝ ΚΑΙ ΛΕΓΕΙΝ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΩΣΘ΄ ΟΙ ΤΑΥΤΗΣ ΜΑΘΗΤΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΓΕΓΟΝΑΣΙΝ, ΚΑΙ ΤΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΝΟΜΑ ΠΕΠΟΙΗΚΕ ΜΗΚΕΤΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΙΑΣ ΔΟΚΕΙΝ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΛΕΙΣΘΑΙ ΤΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΗΜΕΤΕΡΑΣ Η ΤΟΥΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΜΕΤΕΧΟΝΤΑΣ.”
Τὸ ρῆμα “πεποίηκε” καὶ τὸ τὸ ἀπαρὲμφατον “δοκεῖν”, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιεῖ ὁ Ἰσοκράτης, δὲν ἒχουν τεθῆ τυχαίως. Ὃπως παρατηρεῖ καὶ ὁ σχολιογράφος τῶν Κωδίκων, ὁ Ἰσοκράτης πάντοτε “σαφεῖ τῇ λέξει κέχρηται” (vita 1.10). Σημειωτέον δὲ, ὃτι συνεπλήρωνε καὶ ἐτελειοποιοῦσε τὸν “Πανηγυρικὸ” περισσότερο ἀπὸ δέκα ἒτη, προκειμένου νὰ τὸν ἀπαγγείλη κατὰ τὴν ἑκατοστὴν Ὀλυμπιάδα – τὸ 380 π.ν.χ.-, ὃπου, ὡς γνωστὸν, συμμετεῖχον ΜΟΝΟΝ Ἓλληνες.
Τὸ ρῆμα “ποιῶ” σημαίνει κατασκευάζω, φτιάχνω, δημιουργῶ. Τό μέσον (μέση φωνὴ) “ποιούμαι” σημαίνει ὑπολαμβάνω, νομίζω: “συμφορὰν ποιοῦμαι” = θεωρῶ ὡς συμφορὰν (ἀνάλογες σημερινὲς ἐκφράσεις: “περιποιημένη συμπεριφορὰ”, “κατασκευασμεύνη ὑπόθεσις”, “φτιαχτὸ ζήτημα”.
Τὸ δὲ ρῆμα “δοκῶ” σημαίνει ὑποθέτω, νομίζω, φαντάζομαι: δοκεῖ = φαίνεται, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν πραγματικότητα. “Τά δοκούντα –μόνον - τῷ δοκοῦντι εἶναι ἀληθῆ” τονίζει ὁ Πλάτων εἰς τὸν διάλογον “Θεαίτητος” (158 Ε).
Ὁ Ἰσοκράτης λοιπὸν ἁπλῶς διαπιστώνει:
“Ἡ πόλις μας (δηλαδή αἱ Ἀθῆναι, ἡ Ἑλλὰς Ἑλλάδος κατὰ τὸν Θυκυδίδη), τόσον ἒχει ἀφήσει πίσω της (“ἀπολέλοιπε”, “ἐξεπέρασε”) ὡς πρὸς τὴν φρόνησιν τοὺς ἂλλους ἂνθρώπους, ὣστε οἱ μαθηταὶ αύτῆς ἒγιναν διδάσκαλοι ἂλλων καὶ τὸ ὂνομα τῶν Ἑλλήνων πεποίηκε ( = ἐδημιούργησε τὴν πεποιημένην, πλαστὴν ὲντύπωσιν) δοκεῖν εἶναι ( =νὰ φαίνεται ὃτι εἶναι –δίχως ὃμως νὰ εἶναι) χαρακτηριστικὸν ὂχι πιὰ τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας καὶ νὰ ἀποκαλοῦνται Ἓλληνες (δὲν τοὺς ἀποκαλοῦμε ἐμεῖς) μᾶλλον οἱ μετέχοντες τής ἡμετέρας ἐκπαιδεύσεως παρὰ (οἱ μετέχοντες) τῆς κοινῆς φύσεως ( =γεννήσεως, καταγωγῆς).
Δηλαδὴ, κάτι παρόμοιο μὲ αὐτὸ ποὺ γίνεται σήμερα μὲ τοὺς καθηγητὲς ξένων γλωσσῶν. Οἱ μαθηταὶ λένε: “ἡ γαλλίδα”, “ἡ γερμανίδα”, “ὁ ἂγγλος”, κ.ο.κ., ἐννοώντας τοὺς -Ἓλληνες- καθηγητὰς, οἱ ὁποῖοι διδάσκουν αὐτὲς τὶς γλῶσσες.
Γι’αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐτακτοποίησε τὸ ἀνεφυὲν πρόβλημα, καθορίζοντας ὡς “ἑλληνίζοντας” (καὶ ὂχι “Ἓλληνας”) τοὺς ξένους τοὺς διδάσκοντας ἑλληνικὰ. Ἒτσι ἒχομε τοὺς “ἑλληνίζοντας” Ἰουδαίους, δηλαδὴ τοὺς ὁμιλοῦντας τὴν Ἑλληνικὴν, καὶ γενικῶς τοὺς συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ κράτη τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Δύσεως, ὡμιλοῦσαν, ἒγγραφον καὶ ἐδίδασκον τὰ Ἑλληνικὰ.
“Ἑλληνιστὴς” μέχρι σήμερα, εἶναι ὁ ἑλληνόγλωσσος ἀλλοδαπὸς, ὁ καθηγητὴς τῶν Ἑλληνικῶν. Λόγου χάριν, ἡ Γαλλίδα ἑλληνίστρια Ζακλὶν ντὲ Ρομιγὺ, ὁ Ἱσπανὸς ἑλληνιστὴς Φεδερίκο Σαγρέδο, ὁ Ἱσπανὸς ἑλληνιστὴς Χουὰν Κοντὲρχ, καθηγητὴς εἰς τὸ πανεπισήμιο st. Andrews τῆς Σκωτίας, ὁ ὁποῖος ἀναγράφει εἰδήσεις στὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ γλῶσσα, στὸν ἱστοχῶρο του http://www.akwn.net/ κ.ἂ.
Καὶ γιὰ νὰ μὴν ὑπάρξη τυχὸν παρεξήγησις γύρω ἀπὸ τὴν λέξι “μαθηταὶ” (οἱ ταύτης μαθηταὶ γεγόνασι διδάσκαλοι τῶν ἂλλων) διευκρινίζομε ὃτι οἱ μαθηταὶ οἱ ὁποίοι συνέρρεον εἰς τὶς Σχολὲς τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἦσαν μόνον Ἓλληνες, ἀλλὰ καὶ ξένοι ἀπὸ Ἀνατολὴ καὶ Δύσι. Αὐτοὶ, γυρίζοντας στὶς πατρίδες των, ἐδίδασκον ἑλληνικὰ ὡς “Ἓλληνες διδάσκαλοι” καὶ μετέπειτα “ἑλληνοδιδάσκαλοι”.
(Απόσπασμα επιστολής τής εξαιρέτου φιλολόγου Άννας Τζιροπούλου – Ευσταθίου, πρός τόν πρόεδρον τής Δημοκρατίας κ. Κων. Στεφανόπουλο, τήν 6η Νοεμβρίου τού 2000, η οποία εδημοσιεύθη σέ τεύχος τού περιοδικού “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ”)
Κυριακή 30 Αυγούστου 2015
Παντελώς ΑΓΝΩΣΤΗ ελληνική ιστορία, μόνον για πάρα πολύ σοβαρή μελέτη...
![]() |
| Ο Παλαμήδης μπροστά στον Αγαμέμνονα. Πίνακας του Ρέμπραντ, 1626 |
Διαβάστε πρώτα εδώ, εδώ κι εδώ, για να μπείτε στο νόημα.
ΓΟΡΓΙΑΣ
Ὑπὲρ Παλαμήδους ἀπολογία (να μελετηθή, εν συγκρίσει με την Απολογία τού Σωκράτους, εδώ ).
[1] Η κατηγορία και η υπεράσπιση και η απόφαση δεν αφορούν εδώ μια καταδίκη σε θάνατο· γιατί η φύση έχει φανερά καταδικάσει σε θάνατο όλους τους θνητούς από την ημέρα που γεννήθηκαν· αλλά πρόκειται για ζήτημα ατίμωσης ή τιμής, αν πρέπει να πεθάνω ως άνθρωπος δίκαιος ή να πεθάνω βίαια μέσα στη μεγαλύτερη καταισχύνη και κάτω από την απεχθέστερη κατηγορία. [2] Από τα δύο λοιπόν αυτά, εσείς υπερισχύετε ολοκληρωτικά ως προς το ένα, ενώ εγώ ως προς το άλλο: εγώ ως προς το δίκιο, εσείς ως προς τη βία· γιατί εύκολα θα μπορέσετε να με σκοτώσετε, αν το θελήσετε· αφού εσείς εξουσιάζετε και εκείνα στα οποία δεν έχω καμιάν εξουσία. [3] Λοιπόν: αν ο κατήγορος μου Οδυσσέας με κατηγορούσε —από αγάπη για την Ελλάδα— είτε με σαφή γνώση ότι εγώ πρόδωσα την Ελλάδα στους βαρβάρους, είτε έχοντας κάπως σχηματίσει τη γνώμη ότι έτσι έχουν τα πράγματα, ο άνθρωπος θα ήταν έξοχος· τί άλλο να πει κανείς για κάποιον που σώζει την πατρίδα του, τους προγόνους και την Ελλάδα ολόκληρη, και επιπλέον τιμωρεί αυτόν που προξένησε κακό; Αν όμως κατασκεύασε την κατηγορία αυτή από φθόνο, δολιότητα ή πανουργία, τότε όπως στην πρώτη περίπτωση θα ήταν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος, έτσι σε τούτη θα είναι ο χειρότερος.
[4] Από πού να αρχίσω να μιλώ γι᾽ αυτά; Και τί να πω πρώτα; Ποιά κατεύθυνση να δώσω στην υπεράσπισή μου; Γιατί μια κατηγορία χωρίς αποδείξεις προκαλεί προφανή κατάπληξη, και η κατάπληξη το να μην ξέρει κανείς τί να πει· εκτός αν το μάθω από την ίδια την αλήθεια και την τωρινή ανάγκη, δασκάλους πιο επικίνδυνους παρά επινοητικούς. [5] Ότι ο κατήγορος με κατηγορεί χωρίς να έχει σαφή γνώση, το γνωρίζω σαφώς· γιατί έχω σαφή συνείδηση ότι...
Η συνέχεια εδώ
Labels:
ΑΡΙΣΤΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ,
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ,
ΠΑΙΔΕΙΑ,
ΡΗΤΟΡΙΚΗ,
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







